“Στάση Λυσσιατρείου” του Αντώνη Ζέρβα ♰

ημερομηνια

ΠΕΜΠΤΟ

[…] Σκέπτομαι τους δεκατρείς της ολιγαρχικής ισότητας (Μπαλζάκ)

πέραν του καλού και του κακού με κέντρο βαρύτητας την κρυφή αγάπη,

την απίθανη ομάδα στη θέση της πρόνοιας για όλους,

σκέπτομαι όσους ανακουφίζονται με την κλάψα τους για τη ζωή,

την ασκούριαστη μηχανή που παράγει μικρούς μικρούς εσταυρωμένους ες αεί,

τους μηχανοποιούς των κοινωνικών επαναστάσεων καθώς ολοκληρώνεται σιχαμός τον σιχαμό,

τους λυρικούς οντολόγους των ηττημένων ξημερωμάτων […]

 

Μα όλοι θα μισούν την ιερή ή «αλλότρια» γοητεία του Αλκιβιάδη.

Σωκρατικοί διάλογοι και ευαγγέλια θα την εχθρεύονται, θα την ασβεστώνουν, όπως ασβέστωναν ως ένα μπόι τους κορμούς των μεγάλων δέντρων.

Το παρελθόν θέλει ασβέστωμα, ποιος άντεξε παρόν χωρίς το αιώνιο ασβέστωμα; […]

 

Η αλήθεια που μας κάνει θ’ ασβεστώνει την αλήθεια που δεν μας κάνει. […]

 

Σκέπτομαι το ωραίο τίποτε της φωτιάς μες στο τζάκι. Μέσα του τα πάντα αναλώνονται. Δεν μένει τίποτε στη φωτιά, ούτε καν η ίδια. Μ’ αρέσει να τη θρέφω. Κάθομαι και την κοιτώ με τις ώρες. Δεν σημαίνει τίποτε απολύτως, καίει. Δεν τολμάς ν’ απλώσεις το χέρι. Δεν επιδέχεται χάδια. Είναι αγρίως όμορφη, απλησίαστη, απορροφητική. Το τίποτε σε ακατάπαυστη ενέργεια. Η ομορφιά του τίποτε, ένα ανάερο μπαλέτο, όπως το βουνό απέναντι στην μπαλκονόπορτα της κουζίνας κάτω από τις αισθητικές επιδράσεις του καιρού και του ήλιου. Δεν λέει τίποτε, δεν σημαίνει τίποτε. Κι όμως, εξίσου απορροφητικό. Ένας τυχαίος εδαφικός όγκος που τυχαίνει να γνωρίζω από παλιά, ένεκα Ιστορίας, χάρη στην ιστορία των περιδινήσεων μιας θαμπής, γυάλινης σφαίρας. […]

 

ΟΓΔΟΟ

[…] Ρημάζοντας, θα ‘θελα να με χορεύει μια άσεμνη γιορτή, αυτό ήταν το τάμα που ‘φαγε το πάθος μου

με στίχους παραμυθητικούς και μπαγιάτικους:

 

Ζούμε μ’ αυτό που αγνοούμε

ή αψηφούμε, όπως μας αψηφάει

χωρίς να νιώθουμε πικρία

σαν πνέει όπου του γουστάρει.

Το πνεύμα είν’ ανεύθυνο,

φυγόδικο, αλλά ποτέ του,

μάλλον, δεν λειπομαρτυρεί.

 

Νόμιζα.

 

Από την μπαλκονόπορτα της κουζίνας, κοιτάζω το ξημέρωμα στη δύση. Το όρος Αιγάλεω σιγά σιγά ξεμαυρίζει, εκεί απ’ όπου πλακώνει η νύχτα. Είμαστε πράγματι στο έλεος του Ήλιου. Σηκώνεται πίσω απ’ τον Υμηττό, μας καβαλλάει και πάει να πέσει πίσω από το όρος Αιγάλεω.

Πίσω από το όρος Αιγάλεω δεν βρίσκεται ο ήλιος, μα ο Σκαραμανγκάς, η Ελευσίνα κα οι άλλοι τόποι της αρχαίας ομορφιάς. Πιο πέρα τα αχνογάλαζα της Σαλαμίνας. Η εσωτερική γεωγραφία της γεωγραφίας, ενώ το σπίτι μου βρίσκεται ανάμεσα στον Υμηττό και το όρος Αιγάλεω. Αυτό φωτίζεται τελευταίο σαν ξημερώνει. Πάνω σ’ αυτό σκάει το βασίλεμα, εκεί όλα λειώνουν, παραλύουν και παραληρούν. […]

 

ΔΕΚΑΤΟ ΕΚΤΟ

[…] Το σόι, η γλώσσα, η φυλή, όλο μου το βιός. Άυλο κι όμως υλικότερο από την ύλη.

Αυτού νόμιζα πως ήμουν ο κληρονομικός αφέντης,

όσο που ένα βράδι, ο αγαπημένος σκύλος του σπιτιού άρχισε να μου γαυγίζει άγρια και απειλητικά,

λες και δεν με είχε ξαναδεί προηγουμένως, λες και τον αγρίευε η μυρωδιά μου.

Θύμωσα κι άρχισα να τον κλωτσάω, ύστερα να τον χτυπάω με τα χέρια μου.

Τα δόντια του έκοβαν τα μπράστα μου, τα νύχια του μέσα στην κοιλιά μου

Τέλος, αιμόφυρτος κι εξίσου λυσσασμένος, κατάφερα να τον σκοτώσω.

Εκεί χάμω, στον περίβολο του ψηλού σπιτιού που’ μοιαζε σαν ακατοίκητο από καιρό, μανταλωμένο, μ’ έπιασαν λυγμοί.

Το σπίτι, ο αγαπημένος σκύλος που μ’ είχε ξεχάσει εντελώς και ο φονιάς του.

Έκλαιγα, έκλαιγα ως το ξημέρωμα. […]

 

Ο ξενητεμένος επιστρέφει τελικώς στον τόπο του, συνταξιούχος. Ξαναπαίρνει το τρόλλεϋ στην παλιά Στάση Λυσσιατρείου για τον κήπο του παλιού Μουσείου, άγνωστος μεταξύ αγνώστων, εκεί όπου άρχιζε ο δρόμος του υποσχόμενου θριάμβου.

– «Θα παίξεις ρόλο εθνικό», είχε προβλέψει ο ιερός βλέπων του Έθνους. Να προέβλεπε άραγες ο ιερός βλέπω του Έθνους τον ρόλο της ιερής εκδιαίτησης εν μέσω ενωτικών και ανθενωτικών; Του εκούσιου ξερριζώματος δηλαδή; […]

 

Κάθεται στον κήπο του παλαιού Μουσείου με τα μισόγυμνα κορίτσια μες στο τουριστικό καλοκαιράκι.

Δεν ιδρώνει πια. Δεν νοιάζεται αν θα προλάβει.

Για δες! Τα τρόλλεϋ είναι σχεδόν ίδια. Θα πρέπει να ξαναμάθει τάχα τα ονόματα των οδών; Οι επιβάτες όλοι ξένοι, σαν κι αυτόν

που πίστευε στο σόι, στη γλώσσα, στη φυλή.

 

Αντώνης Ζέρβας ♰

από τη συλλογή του Στάση λυσσιατρείου [Περί εκδιαιτήσεως, ήτοι το αυτοξερρίζωμα]

εκδόσεις Περισπωμένη, 2018

 

Ο ποιητής Αντώνης Ζέρβας γεννήθηκε τον Δεκέμβρη του 1953. Πέθανε πριν από τρεις ημέρες, στις 3 Ιουνίου 2022, σε νοσοκομείο της Αθήνας από καρκίνο των πνευμόνων. Ανθολογία ποιημάτων του (ίσως η μόνη που κυκλοφορεί στο διαδίκτυο) είχαμε δημοσιεύσει στο blog μας εδώ:

http://stigmalogou.blogspot.com/2014/09/blog-post_23.html

Περισσοτερα αρθρα