“Η ζωή και οι θάνατοι της Αλεξάνδρας Δελλή” της Ελένης Κατσαμά

ημερομηνια

Δεν ήθελε και μεγάλη φαντασία, αλλά και να’ θελε, η Πέτρα είχε. [1]

Ένα παραμύθι. Μια ιστορία που ξετυλίγεται σε ένα δικό της αυτόνομο ρυθμό, έξω και πέρα από τον συμβατικό χρόνο. Ακόμα και τις στιγμές που εγγράφεται σ’ αυτόν. Αλλά θα επανέλθουμε. Η Ελένη Κατσαμά έχει στήσει την ιστορία της σε μια επικίνδυνη ίσως δομή: τρία ανισομεγέθη μέρη, πάμπολλα μικρά κεφάλαια, άρα πιθανότατα κατακερματισμένη σκέψη, αυτή ήταν η υπόθεση που έκανα στις πρώτες σελίδες. Λανθασμένη, απολύτως. Δεν υπάρχει στραβοπάτημα στην κατασκευή του μυθιστορήματος, δεν βρίσκει κανείς την παραμικρή ανισορροπία, οι ήρωες και ο αναγνώστης δεν θα χάσουν ποτέ την επαφή. Όσο για τον αφηγητή; Εκείνος διαλέγει λέξεις, σκέψεις, σιωπές και σκοτάδια, βρίσκει τις σωστές αποστάσεις, χτίζει τις απαραίτητες ισορροπίες. Και μας παρατηρεί όλους μας από ψηλά, ήρωες και αναγνώστες εξίσου. Γνωρίζει τα πάντα και δεν παρηγορεί κανέναν.

Όποιος λέει παραμύθι, εννοεί πρωτίστως αφηγητή, κι ας είναι τελικά η ιστορία που θα μας κρατήσει ξύπνιους τα βράδια. Η αφήγηση λοιπόν είναι εξαιρετική, σκοτεινότατη, με εκτυφλωτικές αναλαμπές, σαν κεραυνούς σε μαύρο ουρανό. Μιλάει για όλα αυτά που ξέρουμε χωρίς να θυμόμαστε από πού και τα κρύβει πίσω από δέντρα, βαριά σύννεφα και λέξεις ακονισμένες για να κόβουν. Κόβουν μια ατμόσφαιρα πηχτή από αγέννητα όνειρα. Και το κουβάρι ξετυλίγεται, ακριβώς όπως τα λαϊκά παραμύθια, τρομακτικό λόγω των συνθηκών και σπανιότερα λόγω των ανθρώπων, σε ένα σύμπαν που μας φαίνεται γνωστό χωρίς να είναι καθόλου. Μια αγωνία που προσπαθεί να βγει στην επιφάνεια.

Η Ελένη Κατσαμά φέρνει τους γίγαντες και τους δράκους, τα στοιχειά και το σκοτάδι στα μέτρα των ανθρώπων, και σκιτσάρει τους ανθρώπους σαν τα θηρία που ήταν έτσι κι αλλιώς. Στήνει έναν αντιθετικό συσχετισμό ανάμεσα στο πόσο μαλακά είναι τα συναισθήματα και πόσο σκληρά είναι όλα τα υπόλοιπα, και τον ανάγει σε άξονα του όλου μυθιστορήματος, δίνει ευκαιρίες στους ανθρώπους του να βρεθούν στα άκρα και μετά να φύγουν από κει για να επιλέξουν διαφορετικές πορείες και τελικά διαφορετικούς εαυτούς, να ζήσουν πολλές ζωές χωρίς ούτε μια στιγμή να βγουν από την ιστορία.

Οι ρίζες της ιστορίας είναι όσο ζωντανές είναι και οι ρίζες της βελανιδιάς στο σπίτι των Δελλήδων, χάνονται στη γη και στους ανθρώπους για να επανεμφανιστούν σε διαφορετικές χρονικές στιγμές και συγκυρίες, να θάψουν μυστικά και να αποκαλύψουν πάθη. Είναι ένα μυθιστόρημα με διακλαδώσεις και μια κατά ένα τρόπο δική του, αέναη κίνηση στη σκέψη του αναγνώστη, πότε ρεαλιστική και πότε μαγεμένη: η ύπαρξη της Αλεξάνδρας Δελλή είναι ακριβώς αυτό, μια ταυτόχρονη διπλή ζωή που κινείται με την ίδια άνεση σε απτά και λιγότερο απτά σύμπαντα. Η Αλεξάνδρα βρίσκεται από την πρώτη στιγμή με το ένα πόδι στην πραγματικότητα και το άλλο στη μαγική απεικόνιση του κόσμου και αγωνίζεται να ισορροπήσει. Η ζωή της είναι μια διπλή πραγματικότητα με κοινή μοναξιά και με όλα τα στοιχειά παρόντα και με τον έρωτα επίσης, στοιχειό κι αυτός όπως τα άλλα.

Στη ζωή και τους θανάτους της Αλεξάνδρας Δελλή υπάρχει το παραμύθι, και υπάρχει ταυτόχρονα και το αντίθετό του, σαν είδωλο στον καθρέφτη. Ο χώρος και ο χρόνος εκρήγνυνται, αναμειγνύονται τα συστατικά τους, γεννιέται έτσι μια περίεργη υβριδική πραγματικότητα που σταδιακά γεμίζει τον αναγνώστη με μια ανεπαίσθητη ανησυχία. Δεν μπορείς να διακρίνεις την απαρχή της, ξαφνικά όμως συνειδητοποιείς ότι το αρχικό μισοσκόταδο κερδίζει έδαφος. Είναι ένα παραμύθι που παράγει μια ιδιάζουσα αγωνία σε όλες τις στροφές που παίρνει η αφήγηση και αφήνει πίσω μια περίεργη, σχεδόν αταβιστική γεύση κινδύνου. Και η Αλεξάνδρα, ένα περίεργο πλάσμα, ένα ξωτικό μαγεμένο, στο ενδιάμεσο μιας ύπαρξης χωρίς σταθερές, μόνο με ένστικτα επιβίωσης και αγάπης: οι άντρες που συνδέθηκαν με τη ζωή της το είχαν αντιληφθεί από την πρώτη στιγμή, ο αναγνώστης το ίδιο.

Η συγγραφέας λέει την αλήθεια σε μια ιστορία που ξεκάθαρα ξεφεύγει από την όποια απτή πραγματικότητα, εκεί έγκειται κατά τη γνώμη μου η εξαιρετική επαφή που έχει με τον αναγνώστη από τις πρώτες λέξεις μέχρι το τέλος. Αρκεί να περιγράψει κάτι για να γίνει πιστευτή, δεν υπάρχουν αμφιβολίες παρά μόνο βεβαιότητες σε μια ιστορία που εξ’ ορισμού δεν διεκδικεί καμία. Υπάρχουν ακούσματα από άλλες φωνές φαντάζομαι, υπάρχει και η αίσθηση του πιθανού-απίθανου που έχει οριοθετήσει συγγραφικές πορείες άλλων ανθρώπων, αλλά οι λέξεις της Ελένης Κατσαμά και η φωνή της είναι εκεί για να πουν την ιστορία στο μισοσκόταδο, μπροστά στο τζάκι και χωρίς επιείκεια καμία. Οι άνθρωποι θα θρυμματιστούν στο φως του ήλιου.

Κρις Λιβανίου

[1] Ελένη Κατσαμά, Η ζωή και οι θάνατοι της Αλεξάνδρας Δελλή, εκδ. Πατάκη, Αθήνα, 2020, σελ. 71.

Περισσοτερα αρθρα