“Γκρίζες μέλισσες” του Αντρέι Κούρκοφ

ημερομηνια

Ο Αντρέι Κούρκοφ είναι ουκρανός συγγραφέας που  γεννήθηκε στο Λένιγκραντ, αλλά από τα παιδικά του χρόνια ζει στο Κίεβο. Γράφει τα βιβλία του στα ρωσικά. Οι Ουκρανοί τον αγαπούν βέβαια πολύ, μα δεν του συγχωρούν που γράφει στα ρωσικά, ενώ οι Ρώσοι, από την πλευρά τους για τους δικούς τους λόγους, τον θεωρούν αποστάτη. Ο συγγραφέας πάντως, συχνά κινούμενος ανάμεσα σε διασταυρούμενα πυρά, συνεχίζει να γράφει με τον τρόπο που έχει επιλέξει ο ίδιος, προκαλώντας την αποδοχή των αναγνωστών του σε 65 χώρες του κόσμου.

Στις Γκρίζες μέλισσες ο Σεργκέι Σεργκέγιτς, ο κεντρικός ήρωας, και ο Πάσκα είναι  παλιοί συμμαθητές και οι μοναδικοί κάτοικοι που έχουν απομείνει  πια στο χωριό Μάλαγια Σταρογκράντοφκα, στην γκρίζα ζώνη που βρίσκεται ανάμεσα στο  Ντονιέτσκ και την υπόλοιπη Ουκρανία, μετά την έναρξη των  πολεμικών επιχειρήσεων ανάμεσα στον ουκρανικό στρατό και τους  ρωσόφωνους αυτονομιστές. Κάποτε, η ζωή εκεί ήταν τελείως  διαφορετική. Τώρα, οι κάτοικοι  έχουν πλέον εγκαταλείψει τον τόπο τους, εκτός από τους δύο αυτούς πεισματάρηδες που εξακολουθούν να παραμένουν ριζωμένοι εκεί.

Αρχικά, μέσα στο βαρύ χειμώνα ξετυλίγεται η καθημερινότητα  των δύο ανδρών με τα όχι πολύ σπουδαία περιστατικά της. Το ανήλεο κρύο, η σόμπα που ανάβει κάθε μέρα για να ζεστάνει το παγωμένο σπίτι,  οι κουβέντες που ανταλλάσσουν μεταξύ τους, τα λιγοστά τρόφιμα, η έλλειψη ηλεκτρικού, η μοναξιά, η ερήμωση, η γαλήνη της φύσης  μα και ο ασίγαστος ήχος του πολέμου διαγράφουν το βασικό σκηνικό της ζωής τους.

Εκεί, στην γκρίζα ζώνη, οι συγκρούσεις είναι διαρκείς. Διεξάγονται αθόρυβα, περνώντας απαρατήρητες από τη διεθνή ειδησεογραφία, άλυτες ωστόσο και επίμονες, σχεδόν έχουν γίνει μέρος της κανονικότητας των ανθρώπων, μια μόνιμη κατάσταση. Οι δύο εναπομείναντες κάτοικοι, απόλυτα εξοικειωμένοι με τον πόλεμο που υπάρχει γύρω τους, ζουν την κάθε τους μέρα κοιτάζοντας τη ροή της δικής τους ζωής. Οι επισκέψεις που δέχονται οι δυο τους είναι ελάχιστες, το εντυπωσιακό όμως είναι πως  ο Σεργκέι δέχεται επισκέψεις από τον ουκρανικό στρατό και ο Πάσκα από τους αυτονομιστές. Οι ιδεολογικές τους τοποθετήσεις είναι διαφορετικές, γι΄αυτό και θεωρούνται μεταξύ τους «εχθροί», ο ένας τρέφει για τον άλλο εμφανή αντιπάθεια, όμως καθώς περνά ο καιρός μάλλον ο ένας γίνεται  όλο και πιο πολύτιμος για τον άλλο, αφού αποτελεί  τη συντροφιά του.

Ο Σεργκέγιτς  είναι πρώιμος συνταξιούχος λόγω αναπηρίας και  συγχρόνως ένας μελισσοκόμος που αγαπά και φροντίζει τις μέλισσές του. Είναι ένας φιλήσυχος άνθρωπος που αναζητεί την αρμονία στη σχέση του με τη φύση και τη συνύπαρξή του με τις μέλισσες. Η παλιά του ζωή δεν υπάρχει πια γι΄αυτόν, μονάχα κάποιες στιγμές ξεπροβάλλουν οι αναμνήσεις του που τον συντροφεύουν αδιόρατα. Μόλις ο χειμώνας φύγει, τότε που η φύση γλυκαίνει με τον πρώιμο ερχομό της άνοιξης, παίρνει το αυτοκίνητό του και ψάχνει να βρει  έναν τόπο ήσυχο και ασφαλή για να εγκαταστήσει τα μελίσσια του.

Ξεκινά  ένα οδοιπορικό που ουσιαστικά του δίνει τη δυνατότητα να εντοπίσει όλα όσα συμβαίνουν γύρω του. Το ταξίδι του αυτό θα τον φέρει τελικά μέχρι την Κριμαία για να συναντήσει ένα φίλο του Τάταρο που είχε γνωρίσει σε ένα συνέδριο μελισσοκόμων. Όμως τίποτα δεν θα είναι όπως το περιμένει, καθώς την Κριμαία την έχουν προσαρτήσει πλέον οι Ρώσοι και  τα απρόοπτα είναι πολλά. Μια δύσκολη πραγματικότητα έρχεται στο προσκήνιο και αφορά τον τουρκόφωνο μουσουλμανικό πληθυσμό των  Τατάρων που έχει απομείνει στην περιοχή.

Σε όλη την αφήγηση, μέσα από τις περιγραφές που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας, κυριαρχεί παντού η ουκρανική γη, συχνά πληγωμένη και εγκαταλεμμένη, μα πάντα όμορφη:

«Ύστερα από μερικές ήρεμες, νήνεμες ημέρες, ήρθε ένα βράδυ πιο σκοτεινό από τα συνηθισμένα. Δεν ήρθε μόνο του, μα το έφερε η αόρατη μες στη χειμωνιάτικη καταχνιά ταραχή του ουρανού, όπου τα μεγάλα μελανά σύννεφα είχαν διώξει τα μικρά και ανάρια, και ξάφνου άρχισε να πέφτει στη γη χιόνι φρέσκο, πουπουλένιο, που σκέπαζε το χιόνι που το ΄χε ξεράνει ο αέρας».

Πρώτα ο παγωμένος χειμώνας στο χωριό Σταρογκράντοφκα και έπειτα, η άνοιξη που ξεπροβάλλει η γλυκύτητα της κριμαϊκής γης, εκεί όπου έχει εγκατασταθεί για λίγο ο Σεργκέι για να απολαύσει την επαφή του με τη φύση και  να πάρει το μέλι από τις μέλισσες. Μέσα από έναν βαθύ λυρισμό και μια αφήγηση συχνά ποιητική,  με διάχυτη αγάπη για τη φύση, ο συγγραφέας απεικονίζει την ομορφιά του χειμωνιάτικου τοπίου στη χώρα του, αλλά και την αλλαγή και τη ζεστασιά που χαρίζει η άνοιξη, αφουγκράζεται  ήχους πουλιών, το θρόισμα των φύλλων, την επίδραση  όλης αυτής της ομορφιάς στον ανθρώπινο ψυχισμό.

Κυρίως, όμως, ο συγγραφέας περιγράφει τη μετασοβιετική εποχή, έτσι όπως εξελίσσεται κάτω από το διαρκές βάρος των ιδεολογικών και πολεμικών αντιπαραθέσεων που συχνά δημιουργούν  ξεριζωμό των ανθρώπων από τον τόπο τους αλλά και παραδοξότητες αντίστοιχες ενός καφκικού κόσμου. Από τη μια η προσάρτηση της Κριμαίας από τους Ρώσους το 2014 και από την άλλη το ξέσπασμα του αυτονομιστικού κινήματος στις ανατολικές περιοχές της Ουκρανίας ορίζουν τις δύο συντεταγμένες του βασικού προβλήματος της χώρας. Η Ουκρανία από τότε μετρά πληγές πολέμου και μια δύσκολη κατάσταση  επικρατεί στο εσωτερικό της,  με  διαρκείς αναταραχές και  ασυμφωνίες που τελικά  διεισδύουν στις ζωές όλων, δημιουργώντας  συχνά σύνορα εκεί που δεν υπάρχουν.

Οι άνθρωποι μοιάζουν περιχαρακωμένοι στους περιορισμούς και τις διάχυτες προκαταλήψεις που υπάρχουν ακόμα και λόγω της περιοχής που μένουν, γιατί αυτό για κάποιους σηματοδοτεί και μια συγκεκριμένη επιλογή και ιδεολογική τοποθέτηση. Η πολιτική διχόνοια περνάει θαρρείς στο μεδούλι της προσωπικότητας των ανθρώπων, στο βαθύτερο ψυχισμό τους και έτσι συχνά δεν βρίσκονται όλοι αντιμέτωποι με έναν εχθρό, μα γίνονται και μεταξύ τους εχθροί, καθώς οι συναναναστροφές γίνονται και αυτές δύσκολες μέσα σε έναν κόσμο ταραγμένο.

Είναι όμως πάντα έτσι τελικά; Οι άνθρωποι είναι  συχνά διχασμένοι, όλοι τους, όμως φαίνεται πως συναινούν σε μια κοινή καθημερινότητα απαλλαγμένη από το βάρος του πολέμου. Φαίνεται πως συχνά ξεχνούν τις ιδεολογικές τους διαφορές, αφού σε πιο στενό κύκλο καταφέρνουν και επικοινωνούν.  Η ειρήνη σε μικρές δόσεις έχει τη δική της δυναμική,  όταν δεν γίνεται δυστυχώς να διευρυνθεί,  έτσι καθώς χτίζεται ενίοτε μέσα από τις ζεστές και καλόβουλες ανθρώπινες σχέσεις, και τότε γίνεται η ζωή γλυκιά και σημαντική.

Ο συγγραφέας  μέσα από μια απλή ιστορία ενός ασήμαντου και κοινού ήρωα ουσιαστικά περιγράφει τις ανθρώπινες σχέσεις στις συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές της χώρας του και σκιαγραφεί το κοινωνικό και πολιτικό τοπίο. Η ιστορία της Ουκρανίας δυστυχώς γράφεται μπλεγμένη με τις προσωπικές ιστορίες όλων αυτών των ανθρώπων που δεν μπορούν να απελευθερωθούν από τον εγκλωβισμό που τους δημιουργούν τα γεγονότα γύρω τους, καθώς τους επιβάλλονται ως θέσφατο, ενώ εκείνοι θέλουν να ζήσουν ήσυχα και ειρηνικά, μια ζωή φυσιολογική που ορίζεται από απλά πράγματα, από αυτά που οι περισσότεροι θεωρούν αυτονόητα. Μια φωλιά ζεστασιάς γυρεύουν όλοι, μια συντροφιά, μια εξέλιξη στη ζωή τους, ένα άνοιγμα στο αύριο. Φαίνεται όμως πως αυτά που ζητούν δεν είναι και τόσο εύκολα, καθώς  μοιάζει να υπάρχει γύρω τους μια κατάσταση δύσκολη και περίπλοκη, που κραδαίνει από πάνω τους την κοινή μοίρα μιας χώρας τραυματισμένης.

Μάλιστα, ο συγγραφέας γίνεται σχεδόν προφητικός, καθώς ανιχνεύει όλο αυτό το βάρος των συγκρούσεων που δεν λέει να κοπάσει. Το κείμενο όλο είναι εμποτισμένο με μια πικρία που μερικές φορές καταλήγει σε μαύρο χιούμορ, όμως ούτε αυτό πάντα είναι αρκετό για να εξηγήσει τα αδιέξοδα. Και τελικά, προσφεύγει σε σουρεαλιστικά σκιρτήματα, εκεί που φαίνεται πως η πραγματικότητα δεν τον χωρά πια. Μα, ακόμη και  τότε, βλέπει πως οι  αγαπημένες  του μέλισσες έχουν γίνει κι αυτές… γκρίζες.

Σε εξαιρετική μετάφραση του Δημήτρη Β. Τριανταφυλλίδη.

Ήλια Λούτα

 

Περισσοτερα αρθρα