«Φυτρώνει άγρια ζάχαρη» της Φωτεινής Βασιλοπούλου

ημερομηνια

Κι ήταν αυτή η ανελέητη ομορφιά που μας κράτησε ζωντανούς

Η Φωτεινή Βασιλοπούλου μας χαρίζει άλλη μία συλλογή που επιτρέπει την αναψηλάφιση των ουλών τις οποίες δημιουργεί η οδύνη. Τα ποιήματα, που αναπτύσσονται σε τρεις διακριτές ενότητες, ακολουθούν μια ιλιγγιώδη κάθετη κίνηση από τα βάθη της θάλασσας μέχρι τα ύψη του ουρανού, μια κίνηση γεμάτη αναταράξεις, ελπίδες που διαψεύδονται, όνειρα που χάνονται και έντονα πάθη – με τη διπλή σημασία της λέξης. Στη διαδρομή ανάμεσα στα δύο άκρα, ο αναγνώστης απαντά άγρια ζάχαρη και μέλι πικρό, αίμα και δάκρυα, ενώ κυριαρχούν η διάψευση και η ερημία.

Η πρώτη ενότητα, που τιτλοφορείται «Πειραγμένος μύθος», κάνει αναφορά σε γνωστούς μύθους και παραμύθια τα οποία η ποιήτρια επισκέπτεται από απρόσμενες οπτικές γωνίες, συχνά αντιστρέφοντας τους ρόλους, παρουσιάζοντας την εγγενή ωμότητα της μυθοπλαστικής ύλης και κάνοντας ουσιαστικά ένα καυστικό σχόλιο για το περιεχόμενο του συλλογικού συνειδητού της ανθρωπότητας, το οποίο εμφορείται από τους μύθους αυτούς.

Έτσι, στη «Γυναίκα αράχνη» τον ρόλο του Οδυσσέα παίρνει η Πηνελόπη, η οποία στάζει «στ’ αυτιά μελισσοκέρι/ να μην ακούει τους οργασμούς της Κίρκης» και κεντρώνει «μ’ όλο το δηλητήριο/ τον λευκό αστράγαλο της Ναυσικάς», παίρνοντας επιτέλους τη σάρκα και τα οστά μιας αληθινής γυναίκας. Στο ποίημα «Ακρόαση ρόλου» η Αντιγόνη περιμένει πώς και πώς να παίξει τον ομώνυμο ρόλο σε μια παραληρηματική παράσταση, ενώ στον «Υποβρύχιο ύπνο» ο Ίκαρος από τα βάθη του πελάγους αναρωτιέται «πώς μοιάζει από ψηλά ο κόσμος;/ έχει ο έρωτας φτερά;/ φιλιούνται οι θεοί πίσω απ’ τα σύννεφα […] τι χρώμα έχει εκεί πάνω η θλίψη;».

Από την ενότητα δεν λείπουν, μεταξύ άλλων, η Κοκκινοσκουφίτσα («Κορίτσι μόνο στο δάσος»), η Κουκουδίτσα στο συγκλονιστικό ποίημα «Μαγεμένη κουρούνα», η Πεντάμορφη που ερωτεύτηκε το Τέρας – «ο έρωτάς του δηλητήριο στη φλέβα» («Δούλη δράκου»), η γυναίκα του Πρωτομάστορα στο ομότιτλο ποίημα, αλλά και η μητριά της Χιονάτης («Η νέα κυρία στάρκιν»).

Η δεύτερη ενότητα, «Πικρό μέλι» περιλαμβάνει μια τριάδα ποιημάτων για ανθρώπους σε νοσοκομεία – μια νοσοκόμα, έναν ασθενή και έναν γιατρό. Η νοσοκόμα στο ποίημα «Placebo» αντικαθιστά ένα χάπι με κουκούτσι από λεμόνι, γνωρίζοντας πως στο τελικό στάδιο της ασθενούς δεν ωφελεί το χάπι και θέλοντας το χώμα που θα ταφεί η γυναίκα να μυρίζει λεμονανθό. Ο ανήμπορος ασυνόδευτος «μάλλον Θανάσης» στο ποίημα «Ορθοπαιδική πλήρης» κείτεται με σπασμένη λεκάνη «χωρίς κουρτίνα να καλύψει/ τη γύμνια, το γήρας, το μοναχικόν του βίου» και η ποιήτρια σκέφτεται, σε μια δυναμική αναστροφή, πως θα μπορούσε να λεγόταν Δίας «αν το Δίας δεν ήταν ένα εντελώς ασυνήθιστο όνομα/ τα τελευταία τέσσερις χιλιάδες χρόνια σ’ αυτήν τη χώρα» και να ήταν παντοδύναμος.

Και ο γιατρός στο ποίημα «Ιωδιούχος ποβιδόνη», ενώ «τροχίζει τ’ απλωμένα νυστέρια του/ [που] αθώα διψάνε για αίμα», έχει μόνο στον νου του πώς θα πάρει προαγωγή. Πιστεύω ότι δύσκολα θα βρισκόταν καλύτερος τρόπος να σχολιαστεί η αλγεινή κατάσταση του συστήματος υγείας.  Τα ποιήματα αυτά αποτελούν ένα ζωντανό παράδειγμα της δύναμης της ποίησης να λειτουργεί ως κοινωνικό σχόλιο, αλλά και της ευαισθησίας και του σθένους τα οποία επιστρατευεί ο ποιητής ώστε πράγματι να κάνει αυτό το σχόλιο.

Στην τελευταία ενότητα με τίτλο «Flora Clandestina», λαθραίος κήπος δηλαδή, φυτρώνουν παράξενα φυτά και συμβαίνουν αναπάντεχα πράγματα:

Στις ανισόπεδες διαβάσεις του ύπνου

τ’ ασέληνα βράδια πίσω απ’ τον φράχτη

προσποιούμαι χαρούμενο δέντρο

χρυσά πορτοκάλια λάμπω ήλιοι φεγγάρια

στα κλαδιά μου πουλιά

με κομμένα φτερά

κελαηδώ

προσελκύω το αίμα που φεύγει

δίχως όνειρα ύπνο

δεντρολίβανα, δυόσμοι.

Εδώ είναι που φυτρώνει η άγρια ζάχαρη και το συναισθηματικό φορτίο γίνεται ακόμη πιο έντονο ανάμεσα στις πυκνές φυλλωσιές των δέντρων. Εδώ επίσης αρχίζει να χιονίζει σιωπή και ορθώνεται η «Melancholia Borealis, μπορεί και Australis», η καρδιά γίνεται μήλο και το κόκκινο αίμα πάνω στο άσπιλο χιόνι μοιάζει με λιβάδι από παπαρούνες.

Από αυτή την ενότητα και ένα ποίημα που μου άρεσε πολύ:

ΝΕΡΑΝΤΖΟΥΛΑ

                                                                   Μνήμη Γιώτας Αργυροπούλου

Φλέβες φουσκώνουν φρικτά φραγμένες

νερά

νεράντζια και άνθη

δέντρα δίφορα, τρίφορα, παράφορα

πλέουν μνήμες, πνέουν χίμαιρες, χιονίζουν πέταλα.

 

Ένα νεραντζοκόριτσο παντρεύεται

το χώμα

μαλακό αλλάζει πλευρό

προς τη μεριά του χιονιού

πού ‘ναι τ’ άνθη σου, νεραντζούλα;

 

Μια πατρίδα σχεδιάζει την Έξοδο

με τρόπο αδέξιο, αδιέξοδο

η ελπίδα κλεισμένη σε κουκούτσια πικρά

χρόνια δίσεκτα, τρίσεκτα, μα η άνοιξη καλπάζει

στο μάρμαρο πέταλα.

 

Χριστίνα Λιναρδάκη

 

Περισσοτερα αρθρα