Εκεί στον κήπο με τα ρόδα: Έξι μεσαιωνικά ποιήματα προσκυνητών και τροβαδούρων

ημερομηνια

Η ποίηση του Μεσαίωνα έχει ιδιαίτερα στοιχεία: διαπνέεται από λυρισμό και η θεματολογία της είναι ξεχωριστή. Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά δείγματά της είναι το ποίημα των αρχών του 14ου αι. “Η παρθένος πλαγιάζει στον χερσότοπο” (Maiden in the mor lay), η μουσική του οποίου έχει χαθεί και οι στίχοι του θεωρούνται από τους πιο αινιγματικούς που γράφτηκαν εκείνη την εποχή. Κάποιοι κριτικοί το θεωρούν ένα ποιητικό θαύμα. Παρόλο που θυμίζει θρησκευτική ποίηση και θα μπορούσε να αναφέρεται στην παρθένο Μαρία, η προσέγγιση του μοιάζει εντελώς κοσμική, ίσως τραγουδιόταν στην διάρκεια κάποιου δρώμενου ή στη διάρκεια κάποιου παιχνιδιού απηχώντας παγανιστικές δοξασίες. Πολλοί πιστεύουν ότι δεν έχει καμία σχέση με την θρησκεία και μάλιστα η εκκλησία προσπάθησε να αλλάξει τους στίχους του και να εμποδίσει τη διάδοση του.

Η παρθένος πλάγιασε στον χερσότοπο,
Εφτά νύχτες γεμάτες και-
Εφτά νύχτες γεμάτες και μια μέρα.

Ευλογημένο αυτό που έφαγε
Και τι έφαγε;
Το ηράνθεμο και-
Το ηράνθεμο και τη βιολέτα.

Ευλογημένο κι αυτό που ήπιε.
Και τι ήπιε;
Νερό παγωμένο από-
Νερό παγωμένο από την πηγή.

Ευλογημένη κι η κληματαριά της.
Κι από τι ήταν φτιαγμένη η κληματαριά της;
Από κόκκινα τριαντάφυλλα και–
Από κόκκινα τριαντάφυλλα κι από κρίνα του αγρού.

Ένα από τα πιο συνηθισμένα θέματα των ποιημάτων του Μεσαίωνα είναι βέβαια ο πόλεμος, όμως οι ποιητές δεν δοξάζουν πάντα αυτή τη βάρβαρη δραστηριότητα. Στο γαλλικό επικό ποίημα Aymert of Narbonne των αρχών του 13ου αιώνα, o περίφημος Φράγκος βασιλιάς Καρλομάγνος επιστρέφοντας από την Ισπανία ατενίζει από κάποιον λόφο το φρούριο του Narbonne που το υπερασπίζονται τρεις Σαρακηνοί βασιλιάδες. Γνωρίζει την κόπωση των στρατιωτών του, όμως επιθυμεί να προσθέσει το κάστρο στις κατακτήσεις του, γι’ αυτό και ζητά πρώτα τη συνδρομή του δούκα του Naimon ο οποίος του απαντά:

Οι πιστοί μας άντρες είναι τόσο κουρασμένοι από τον πόλεμο
τρεις μαζί δεν έχουν τη δύναμη μιας γυναίκας.
Κανένας κόμης, κανένας βασιλιάς, κανένας πρίγκιπας ή ιππότης σου
δεν θέλει να επιτεθεί πολεμώντας γι αυτό το κάστρο.

Έπειτα ο Καρλομάγνος στρέφεται στον κόντε του Dreues ο οποίος με τη σειρά του απορρίπτει την πρόταση:

«Κύριε μου» είπε «δεν σου ζήτησα κάτι τέτοιο».
Όποιος δαίμονας επιζήσει μπορεί να το πάρει και να το καταστρέψει!
Σ’ ένα μήνα, μ’ όλη μου την πίστη σε διαβεβαιώνω,
θέλω να βρεθώ στη δική μου γη, στο φρούριο το δικό μου,
όπου ίσως λουστώ κι επουλώσω τα τραύματα μου εκεί που γεννήθηκα.
Είμαι πολύ κουρασμένος ∙ λίγα μπορώ να κάνω κύριε μου.
Χρειάζομαι ανάπαυση∙ αληθινά είμαι κατάκοπος.
[…]
Δεν θέλω το κάστρο του Narbonne.»

Μετά κι από αυτή την άρνηση, ο Καρλομάγνος στρέφεται στον Ριχάρδο της Νορμανδίας που αποδεικνύεται εξίσου αρνητικός:

Είμαι τόσον καιρό σ’ αυτή τη χώρα
που όλο μου το σώμα γέμισε μελανιές απ’ τις πληγές μου.
[…]
Αν ήμουν πίσω στη Νορμανδία, στη θέση μου,
δεν θα θελα με τίποτα να διαφεντεύω την Ισπανία
κι ούτε θα μ’ ένοιαζε το κάστρο του Narbonne για τρόπαιο.
Διάλεξε κάποιον άλλον, γιατί δεν το θέλω καθόλου!
Η φωτιά της κόλασης ας κάψει τούτη την πόλη!

Ένα άλλο αγγλοσαξονικό ποίημα του 10ου αιώνα είναι ο θρήνος του Deor, ενός τροβαδούρου που έχασε την εύνοια του ηγεμόνα όταν παρουσιάστηκε ένας άλλος πολύ ταλαντούχος τραγουδιστής που τον αντικατέστησε. Στον θρήνο αναφέρονται τα ονόματα του μυθικού ήρωα Weland που σύμφωνα με τον σκανδιναβικό μύθο έφτιαξε την πανοπλία του περίφημου Beowulf. Ο Weland φυλακίστηκε σε ένα μαγικό νησί από τον βασιλιά Nithand, από όπου το έσκασε φτιάχνοντας φτερά όπως ο Ίκαρος. Επίσης, αναφέρονται τα ονόματα άλλων δύο Γότθων βασιλιάδων: του Θεοδώριχου και του Eormenric. Το ποίημα, εκτός από θρήνος, θα μπορούσε σύμφωνα με τους μελετητές να είναι κάτι σαν ξόρκι για να κερδίσει πίσω τη θέση του ο τροβαδούρος ή απλά μια ειρωνεία για τον τρόπο που εξελίχθηκαν τα πράγματα.

Ο Weland γνώρισε την αγωνία της εξορίας.
Η λύπη συνέτριψε τον ακατάβλητο σιδερά
άντεξε δυσκολίες αμέτρητες∙
λύπες οι μόνες συντροφιές του
σ’ εκείνο το παγωμένο μπουντρούμι του νησιού
όπου τον έκλεισε ο Nithand,
με σχοινιά δυνατά μα ευλύγιστα
δένοντας τον γερό άντρα που πια έχει πεθάνει∙ ποιος να ξέρει άραγε;

Τρεις χειμώνες βασίλεψε στο φρούριο του Maering o Thodric
με χέρι σιδερένιο ∙
πολύς κόσμος ήξερε την ικανότητά του
και θρήνησε για τον θάνατό του.

Κι εκείνος πέθανε∙ μα ποιος να ξέρει άραγε;
[…]
Ακούμε τόσα πολλά για τον Eormenric που φέρονταν σαν λύκος ,
πόσο μεγάλη ήταν η ισχύς του στο βασίλειο των Γότθων.
Ένας σκοτεινός ηγεμόνας ήταν! Πολλοί πολεμιστές γεμάτοι έγνοιες και βάσανα,
εύχονταν συνεχώς για το τέλος της βασιλείας του.
Όμως κι εκείνος πρέπει να πέθανε∙ ποιος να ξέρει άραγε;
[…]
Κι όσο για μένα τούτα έχω να πω:
ότι για λίγο καιρό ήμουν ο τροβαδούρος του αγαπημένου κυρίου μου Heodeninga.

Deor ήταν τ’ όνομα μου.
Για πολλούς χειμώνες είχα μια έξοχη θέση,
πιστά υπηρετώντας το δίκαιο κύριο μου. Όμως τώρα ο Heorrenda,
ένας άντρας επιδέξιος στο τραγούδι, πήρε τη θέση
που ο προστάτης των πολεμιστών μου’ χε δώσει.
Όμως κι εκείνος πέθανε καθώς λένε∙ ποιος να ξέρει άραγε.
Εκτός από τους τροβαδούρους, μια άλλη χαρακτηριστική κατηγορία ανθρώπων του Μεσαίωνα ήταν οι προσκυνητές που περπατούσαν καλύπτοντας τεράστιες αποστάσεις προκειμένου να βρουν τόπους όπου συνέρεαν τα πλήθη των πιστών. Ένα τραγούδι του 14ου αιώνα από την Ιταλία μιλά για τις περιπέτειες αυτών των ανθρώπων:
Είμ’ ένας προσκυνητής που ψάχνει
ελεημοσύνες, ζητώντας συγχώρηση από τη χάρη του Θεού.
Και πηγαίνω τραγουδώντας με όμορφη φωνή,
με όψη γλυκιά και μπούκλες ξανθές.
Τίποτα δεν έχω εκτός απ’ το ραβδί και το σάκο,
και καλώ, μα δεν υπάρχει κανείς να μ’ αποκριθεί .
Κι όταν νομίζω ότι βρήκα επιτέλους πορεία σταθερή,
ένας αέρας φυσά φέρνοντας καταιγίδα που μου κλείνει το δρόμο.
Είμ’ ένας προσκυνητής που ψάχνει
ελεημοσύνες, ζητώντας συγχώρηση από τη χάρη του Θεού.
Ένα άλλο δείγμα εξαιρετικής μεσαιωνικής ποίησης σύμφωνα με τους ειδικούς είναι το παλιό (649) Ιρλανδικό “Κι εκείνα τα βέλη που σκοτώνουν κοιμούνται” που αποδίδεται στην Kreide, την κόρη του βασιλιά Aidne, η οποία θρηνεί για τον χαμό ενός ιππότη που σκοτώθηκε για χάρη του πατέρα της στη μάχη.Κι εκείνα τα βέλη που σκοτώνουν κοιμούνται,
κάθε ώρα της κρύας νύχτας,
θρηνώντας για τις ώρες που πέρασαν μαζί
με τον αγαπημένο άντρα απ’ τη χώρα που γειτονεύει με το Roigne.Η απέραντη αγάπη για τον άντρα από τη ξένη χώρα,
που ξεχώρισε ανάμεσα στους συμπολεμιστές του,
άδειασε τα μάτια μου, δεν έμεινε χρώμα μέσα τους ∙
δεν μπορώ να πλαγιάσω ήσυχη.
[…]Βασανισμένη η ευγενική καρδιά μου,
άγιε Χριστέ, από τον θλιβερό του θάνατο-
κι εκείνα τα βέλη που σκοτώνουν κοιμούνται,
κάθε ώρα της κρύας νύχτας.

Ο έρωτας κι ο θάνατος είναι συνηθισμένα μοτίβα των μεσαιωνικών ποιημάτων, όπως μπορούμε να δούμε και σ’ αυτό το ανώνυμο ποίημα που χρονολογείται γύρω στο 1400 και προέρχεται από την Ισπανία:

Εκεί στον κήπο με τα ρόδα
Θα πεθάνω.
Ανάμεσα στα τριαντάφυλλα
Θα με σκοτώσουν.
Προσπαθούσα, μάνα
Να κόψω λίγα τριαντάφυλλα∙
Εκεί στον κήπο με τα ρόδα
Βρήκα την αγάπη μου,
Εκεί ανάμεσα στα ρόδα
Θα με σκοτώσουν.

Επιλογή και μετάφραση από τα αγγλικά:
Απόστολος Σπυράκης

 

ΠΗΓΕΣ:
1. http://www.luminarium.org/medlit/medlyric/maideninthemoor.php
2. https://www.purplemotes.net/2020/03/01/medieval-poetry-war/
3. https://www.persee.fr/doc/ecelt_0373-1928_1977_num_15_2_1598?q=Cr%C3%A9ide,+the+daughter+of+the+king+of+Aidne,+lamented+the+killing+of+a+man
4. http://www.webexhibits.org/poetry/explore_21_song_examples.html
5. https://blueheron.bandcamp.com/track/io-son-un-pellegrin
6. http://www.thehypertexts.com/Deor’s%20Lament%20Translation.htm

Περισσοτερα αρθρα