“Chav/Αλληλεγγύη από τα υπόγεια” του Ντομ Χάντερ (μτφρ.: Έ. Μαγκουρίλου, Γ. Μαμώλης, Χ. Πάνας)

ημερομηνια

Chav (τσαβ) στο Ηνωμένο Βασίλειο σημαίνει κάθαρμα. Όποιος ορισμός και να δίνεται στη λέξη, όταν αποκαλούν κάποια/ον «τσαβ», ένα μόνο πράγμα εννοούν: πως είναι άχρηστος και εγκληματίας και μάλιστα φταίει η ίδια/ο ίδιος γι’ αυτό. Ο χαρακτηρισμός είναι προσβλητικός και αφορά συγκεκριμένη τάξη ανθρώπων της εργατικής τάξης, και μάλιστα νέων, με την οποία, όσοι τον εκστομίζουν, δεν θέλουν να έχουν καμιά σχέση.

Το βιβλίο τραβάει τον αναγνώστη από το αυτί με τα γραφόμενά του και τον αναγκάζει  να κοιτάξει κατάματα την πραγματικότητα της ζωής εκείνων των ανθρώπων που γεννήθηκαν σε περιβάλλον ανέχειας, εγκληματικότητας, με ψυχολογικά προβλήματα και προβλήματα εξαρτήσεων μέσα στην ίδια τους την οικογένεια και με τη χρήση ωμής βίας σε καθημερινή βάση προκειμένου να προστατευτεί η επιβίωση έστω και για μια μέρα.

Στα κείμενα του «CHAV/ Αλληλεγγύη στα υπόγεια», ο συγγραφέας τους Ντ. Χάντερ ξετυλίγει ωμά τον κόσμο των τσαβ εκ των έσω, μια και ο ίδιος υπήρξε ένας από αυτούς. Ως παιδί ήταν σεξεργάτης, ξεκινώντας από την ηλικία των δέκα όταν η μητέρα του έφερε στο σπίτι τον πρώτο πελάτη, ως έφηβος εξαρτημένος από το κρακ και αργότερα βίαιος κακοποιός και κοινωνικός αγωνιστής. Μέσα από τις εν μέρει αυτοβιογραφικές και εν μέρει στοχαστικές καταγραφές του πάνω στο τραύμα, την τάξη και την ταυτότητα, προσπαθεί ν’ ακουστεί η φωνή και η καρδιά των τσαβ.

«Τσαβ είναι οι άνθρωποι που ζουν στο Ηνωμένο Βασίλειο και γεννήθηκαν μετά την νεοφιλελεύθερη στροφή του ’70, εξαιτίας της οποίας τραυματίστηκαν ψυχολογικά, περιθωριοποιήθηκαν και δαιμονοποιήθηκαν από τις πολιτικές των κυβερνήσεων. Είναι αυτοί για τους οποίους το να λειτουργούν σε καθεστώς άτυπης οικονομίας είναι ψυχολογικά λιγότερο βίαιο, από το να συναλλάσσονται με τη συμβατική κοινωνία, στάση για την οποία χαρακτηρίζονται τσαβ».

Ο Χάντερ, που θεωρείται ο Εντουάρ Λουί του Ηνωμένου Βασιλείου, μιλάει χωρίς φόβο και πάθος για την ευρέως υφιστάμενη παιδεραστία στη χώρα του, για την συστηματική χρήση ναρκωτικών ουσιών των τσαβ από παιδικής και εφηβικής ηλικίας προκειμένου να γίνεται έστω και λίγο ανεκτή η δυσβάστακτη καθημερινότητα, για την ωμή χρήση βίας ως μέσο προστασίας της διαρκώς απειλούμενης επιβίωσής τους. Μιλάει και για τον φασισμό και την ομοφοβία που βρίσκει πρόσφορο έδαφος λόγω των αδιέξοδων. Μιλάει όμως και για την αλληλεγγύη που εφαρμόζεται σιωπηρά αναμεταξύ τους, με μόνο δεσμό την επίγνωση της κοινής τους μοίρας.

«Αυτό που κατά το παρελθόν είδα και έζησα στη ζωή μου, όπως το καταλαβαίνω, ήταν ανθρώπους να ψάχνουν να βρούνε άλλους ανθρώπους, οι οποίοι δεν θα τους πλήγωναν και θα τους αποδέχονταν πλήρως. […] επειδή αυτό θα μείωνε την οδύνη και θα καταπράυνε, προσωρινά έστω, τον πόνο του τραύματος. Μιλώ γι’ ανθρώπους που βίωσαν πολύ σωματικό και ψυχικό πόνο και τα έβγαλαν πέρα…»

Από την άλλη ο Χάντερ καταγγέλλει τον καπιταλισμό ως υπαίτιο και υπεύθυνο για τον εγκλωβισμό και την κατάντια των ανθρώπων που έτυχε να γεννηθούν στην εργατική τάξη, με μηδαμινές δυνατότητες να ξεφύγουν από αυτήν.

Γράφει μέσα από τα βιώματά του, αφού πρώτα είχε φτάσει ο ίδιος στην εξαθλίωση λόγω της εξάρτησής του από τα ναρκωτικά και κατάφερε να απεξαρτητοποιηθεί με την βοήθεια και την αλληλεγγύη τρίτων και να ξεκινήσει να μορφώνεται στα 23 του χρόνια, βελτιώνοντας σταδιακά τη σκέψη του και την ζωή του, παρ’ όλο που, όπως λέει, έπαιξε μεγάλο ρόλο γι’ αυτή την ευκαιρία, το γεγονός ότι ήταν λευκός και άνδρας.

Στη συστηματική ανάμειξή του με τα εξτρεμιστικά κινήματα της αριστεράς τον οδήγησε ο πόθος του για ένα καλύτερο αύριο για τους ανθρώπους του. Το ζύμωμά του στους κόλπους της διαμόρφωσε τη θέση του ότι η αλλαγή θα πρέπει να προέλθει μέσα από τους ίδιους και όχι από όσους, παρά τις καλές τους προθέσεις, έχουν εξασφαλισμένο το καθημερινό φαγητό, τη στέγη και ένα κάποιο κεφάλαιο (οικονομικό και πολιτιστικό).

Η διαφορά του Χάντερ με άλλους αυτοβιογραφούμενους συγγραφείς είναι ότι δεν χρησιμοποιεί τα προσωπικά του βιώματα για να προβάλλει το «εγώ», αλλά για να βοηθήσει στην κατανόηση της ανθρωπινότητας του «εμείς» του κόσμου που γεννήθηκε και μεγάλωσε με ανεπανόρθωτα τραύματα.

«Εμείς, όντας φτωχοί και άνθρωποι της εργατικής τάξης, εξαναγκαζόμαστε από τις κοινωνικές δομές και τους θεσμούς να περνάμε φάσεις της ζωής μας, κατά τις οποίες το μόνο που έχει σημασία είναι η επιβίωση. Αυτές οι φάσεις μπορεί να διαρκέσουν εβδομάδες, μήνες, χρόνια, δεκαετίες. […] Μόνον όταν υπάρχει το συλλογικό και όταν αυτό είναι ισχυρό, έχουμε τη δυνατότητα να κάνουμε κάτι παραπάνω από το να επιβιώνουμε».

Τα κείμενα του «CHAV/Αλληλεγγύη από τα υπόγεια» μπορεί να μην διεκδικούν μια θέση στο λογοτεχνικό στερέωμα, είναι όμως καλογραμμένα, χωρίς συναισθηματικές λεκτικές φορτίσεις, μια και η πραγματικότητα που περιγράφουν είναι από μόνη της σοκαριστική. Έχουν σύνδεση και ροή καταιγιστική, έχουν άποψη και πρόταση, σε μια πάρα πολύ καλή μετάφραση στα ελληνικά. Ουσιαστικά συνιστούν μια δυνατή φωνή που παλεύει να γίνει ακουστή σε όλους όσοι παραγκωνίζουν και απορρίπτουν, από το φαίνεσθαι και μόνον τους τσαβ δίχως να γνωρίζουν τίποτε γι’ αυτούς.

 

Μαρία Ψωμά-Πετρίδου

Περισσοτερα αρθρα