Κάρολος Μπωντλαίρ: 25 ποιήματα – Τα άνθη του κακού, μτφρ.: Κυριακή Λυμπέρη

ημερομηνια

Η Κυριακή Λυμπέρη μεταφράζει 25 ποιήματα από τη συλλογή του Κάρολου Μπωντλαίρ (1821-1867), Τα άνθη του κακού, για να τιμήσει τα 200 χρόνια από τη γέννηση του ποιητή, σε ένα κομψό δίγλωσσο τόμο από τις εκδόσεις Κοράλλι, Αθήνα 2021, όπου τα γαλλικά ποιήματα συνομιλούν με την ελληνική εκδοχή τους.

Ο Κάρολος Μπωντλαίρ είναι ένας από τους σημαντικότερους ποιητές, όχι μόνο της γαλλικής αλλά και της παγκόσμιας λογοτεχνίας, και θεωρείται ο πρώτος μοντερνιστής. Τα προκλητικά για την εποχή θέματά του δεν βρήκαν μεγάλη απήχηση στους συγχρόνους του, αλλά επηρέασαν βαθιά τις επόμενες γενιές ποιητών, τον Βερλαίν, τον Μαλλαρμέ και κυρίως τον Ρεμπώ, ενώ υπήρξαν πηγή έμπνευσης για τους υπερρεαλιστές. Ο ποιητής εξερεύνησε τα βάθη της ανθρώπινης ψυχής, τα πάθη και τις εκστάσεις της, την ουράνια αλλά και τη γήινη υπόστασή της και έγινε ο εκφραστής μιας διαχρονικής ηθικής που ήρθε σε σύγκρουση με τις στενές αντιλήψεις της εποχής του και δεν έγινε, παρά πολύ αργότερα, ευρέως κατανοητή και αποδεκτή. Παράλληλα, αποτύπωσε στις σελίδες του την ατμόσφαιρα και τις συνήθειες μιας εποχής που θα χανόταν οριστικά στην αυγή του νέου αιώνα. Ο Μπωντλαίρ είναι ο ποιητής που ταύτισε τον εαυτό του με το αλμπατρός, το θαλασσινό αυτό πουλί με τις πελώριες φτερούγες, τόσο υπέροχο όταν πετάει στους αιθέρες, τόσο αδέξιο όταν περπατάει στη γη. Στον ουρανό της ποίησης ακόμα ακούγεται ο ήχος των φτερών του γιατί η ποίησή του εξακολουθεί να εμπνέει και να γοητεύει τους ποιητές με τη διαχρονικότητά της και την πρωτότυπη σύνθεσή της. Με το αμφιλεγόμενο, για την εποχή, ποιητικό έργο του άλλαξε την πορεία της ποίησης και πρώτος διέκρινε τα σημάδια από τις συγκλονιστικές αλλαγές που θα συνέβαιναν αργότερα στις κοινωνίες του εικοστού αιώνα.

Όπως αναφέρει και η μεταφράστρια στο εισαγωγικό της σημείωμα: «Mε τα άνθη του κακού, αυτός ο διαρκώς περιπλανώμενος (flâneur), ο αργόσχολος, ο επισκέπτης των χαμαιτυπείων, ο φλογερός εραστής, ο χρήστης ουσιών, πέτυχε να μας δείξει πως μέσα στα πιο πνιγηρά περιβάλλοντα μπορεί να ανθίζει η ομορφιά και το ιδεώδες. Να τονίσει τη διαρκή πάλη του καλού με το κακό μέσα στην ίδια ψυχή και μέσα στα ανεξερεύνητα βάθη του εαυτού, του ανθρώπου που υποφέρει, απελπίζεται, βουλιάζει στα πάθη του από τη μια κι από την άλλη είναι ικανός για τις πιο θεαματικές πτήσεις».

Η ποίησή του είναι διαποτισμένη από μελαγχολία για τη μάταιη αναζήτηση ενός ιδεώδους που διαρκώς διαφεύγει, για μια πραγματικότητα που δεν θα είναι ποτέ ιδανική, αλλά και για το χρόνο που περνά και καταστρέφει κάθε ομορφιά στο πέρασμά του. Ο Μπωντλαίρ ήταν ο πρώτος που οραματίστηκε και έκανε πράξη με τα Μικρά ποιήματα σε πεζό, τη δεύτερη ποιητική συλλογή του, «το θαύμα μιας ποιητικής πρόζας, μιας μουσικής χωρίς ρυθμό και ρίμα, αρκετά εύπλαστη και ιδιόμορφη ώστε να ακολουθεί τα λυρικά ξεσπάσματα της ψυχής, τις διακυμάνσεις της ονειροπόλησης, τις ξαφνικές αναλαμπές της συνείδησης»…

Στα Άνθη του κακού ο ποιητής διατηρεί την κλασική φόρμα του μέτρου και της ομοιοκαταληξίας στα ποιήματά του, αλλά το περιεχόμενό τους είναι νεωτερικό. Δημιουργείται έτσι ένα ιδιαίτερο μίγμα παλιού και νέου που γοητεύει με την παράξενη ομορφιά του. Η μετάφρασή τους είναι ένα δύσκολο εγχείρημα, το οποίο δεν μπορεί να γίνει δίχως κάποιες απώλειες, λαμβάνοντας υπόψη την περίκλειστη φόρμα και τις αμφίσημες λέξεις τους που ξεγλιστρούν, όταν προσπαθείς να τις οριοθετήσεις μέσα σε μια άλλη γλώσσα και συχνά αρνούνται να αποκαλύψουν το κρυφό νόημά τους. Παρ’ όλα αυτά, η μεταφράστρια επιτυγχάνει να αποδώσει με δεξιοτεχνία τα ποιήματα στα ελληνικά, διατηρώντας το μέτρο και την ομοιοκαταληξία τους και υιοθετώντας μια γλώσσα περίτεχνη που αποτυπώνει το ύφος του ποιητή και την εποχή του.

Η Κυριακή Λυμπέρη τιμά τη μνήμη και ανανεώνει τη γνωριμία μας με τον Μπωντλαίρ στην κομψή αυτή έκδοση, ενώ παράλληλα δίνει την ευκαιρία σε όσους δεν τον έχουν διαβάσει να έρθουν σε επαφή με μια ποίηση που θα συνεχίσει να εμπνέει και να γοητεύει τους ποιητές, όσες γενιές κι αν περάσουν.

                                                                Κατερίνα Τσιτσεκλή

 

Spleen (Μελαγχολία)

Μοιάζω με κάποιο βασιλιά μιας χώρας βροχερής,

Πλούσιο αλλά αδύναμο, γέρο από νωρίς,

Τις υποκλίσεις αγνοεί δασκάλων αυλικών,

Βαριέται με τους σκύλους του και ζώα λογιών λογιών.

 

Δεν τον τραβάει ποτέ καμιά του κυνηγιού χαρά,

Ούτε ο λαός πεθαίνοντας στ’ ανάκτορο μπροστά.

Του ευνοούμενου τζουτζέ η άγαρμπη μουσική

Το άρρωστο κεφάλι του πια δεν ευχαριστεί·

 

Η κλίνη η κρινοστόλιστη τάφος είναι θαρρείς

Κι όσες, σαν κάθε άρχοντας, κυρίες της αυλής

Γοητεύει, φόρεμα ζητούν όλο πιο τολμηρό,

Να φέρουν το χαμόγελο στο σκέλεθρο αυτό.

 

Και αν χρυσάφι φτιάχνει ο σοφός του, αδυνατεί

Να βγάλει απ’ το είναι του ουσία μιαρή

Και με τα αιμάτινα λουτρά, που απ’ τους Ρωμαίους κρατούν

Και που στα γηρατειά τους οι ισχυροί αναζητούν,

Δεν πέτυχε να θερμανθεί το χαύνο το σωρό,

Όπου έχει για αίμα πράσινο της λησμονιάς νερό.

 

Spleen

Je suis comme le roi d’un pays pluvieux,
Riche, mais impuissant, jeune et pourtant très vieux,
Qui, de ses précepteurs méprisant les courbettes,
S’ennuie avec ses chiens comme avec d’autres bêtes.

 

Rien ne peut l’égayer, ni gibier, ni faucon,
Ni son peuple mourant en face du balcon.
Du bouffon favori la grotesque ballade
Ne distrait plus le front de ce cruel malade;


Son lit fleurdelisé se transforme en tombeau,
Et les dames d’atour, pour qui tout prince est beau,
Ne savent plus trouver d’impudique toilette
Pour tirer un souris de ce jeune squelette.


Le savant qui lui fait de l’or n’a jamais pu
De son être extirper l’élément corrompu,
Et dans ces bains de sang qui des Romains nous viennent,
Et dont sur leurs vieux jours les puissants se souviennent,
II n’a su réchauffer ce cadavre hébété
Où coule au lieu de sang l’eau verte du Léthé.

Charles Baudelaire

 

Περισσοτερα αρθρα